
Όταν κανείς ακούει τον όρο «αυτοβιογραφία», ενδεχομένως αναμένει ένα κείμενο βαθιά νοσταλγικό, με διάσπαρτα συναισθηματικά κρεσέντα που συνοδεύουν την ανάδυση σημαντικών αναμνήσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα αυτοβιογραφικά κείμενα φέρουν και μια υποδόρια διάθεση διδακτισμού: μια συμπύκνωση της προσωπικής διαδρομής του συγγραφέα, ένα είδος απολογισμού της γνώσης που αποκόμισε διαβαίνοντας τον δρόμο του.
Το Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο (Εκδόσεις Δώμα, μτφρ. Δήμητρα Δότση) συνομιλεί με αυτό το είδος, μόνο για να απομακρυνθεί αμέσως από τις συμβάσεις του. Αν και σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, το κείμενο της Ράιμο ξεχωρίζει για το διαπεραστικό του χιούμορ και την έντονη ειρωνεία του· η συγγραφέας υιοθετεί τη ματιά ενός διαβάτη που παρατηρεί με περιέργεια και σαρκασμό τα κακώς κείμενα που συναντά στον δρόμο του. Μια οπτική εξαιρετικά λυτρωτική, καθώς μας υπενθυμίζει ότι η απόσταση από τον εαυτό και τις εμπειρίες μας μπορεί συχνά να λειτουργήσει από μόνη της θεραπευτικά.
Παράλληλα, το βιβλίο της Βερόνικα Ράιμο αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση τη δυνατότητα της μνήμης να είναι ελαστική και εύπλαστη· μια μνήμη που μεταβάλλει το περιεχόμενό της ανάλογα με τους σκοπούς της εξιστόρησης, τις αφηγηματικές ανάγκες, αλλά και εκείνες τις βαθιά προσωπικές ανάγκες που αναζητούν ένα alter ego για να βρουν λιμάνι να ξαποστάσουν.
Ποιο θέμα διαπραγματεύεται το βιβλίο; Η Βερόνικα –ή αλλιώς Βέρικα– είναι ένα κορίτσι που μεγαλώνει στην Ιταλία της δεκαετίας του 1980, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την καθημερινότητά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Είναι το δεύτερο και τελευταίο παιδί της οικογένειας, με τον πρωτότοκο γιο να έχει ήδη λάβει το σκήπτρο του «χαρισματικού παιδιού». Και τα δύο παιδιά βιώνουν μια αφόρητα πληκτική παιδική ηλικία, που κινείται στο περιθώριο της ζωής των γονιών τους. Βρίσκουν όμως καταφύγιο στην ανάγνωση και τη γραφή, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα στον ανέκφραστο εσωτερικό τους κόσμο.
Σε ό,τι αφορά τους γονείς της, η Βέρικα δεν επιχειρεί καμία ωραιοποίηση. Και οι δύο υπήρξαν νευρωτικοί, ο καθένας με τον δικό του τρόπο: ο πατέρας εξαιρετικά υποχόνδριος, με χόμπι την προσθήκη εσωτερικών τοίχων στο σπίτι, και η μητέρα δεινή στην άσκηση ελέγχου και ακούραστη στην παρεμβατικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η Ράιμο περιγράφει τα γονεϊκά τους ατοπήματα με ξεκαρδιστικό τρόπο, αποφεύγοντας την τραυματική αφήγηση και μένοντας στον σουρεαλισμό των συμπεριφορών τους. Αυτή της η στάση μοιάζει να της επιτρέπει μια απόσταση που δίνει χώρο για ανάσα σε ένα ειδάλλως ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον.
Συνεχίζοντας, η αφήγηση διατρέχει όλες τις ηλικιακές φάσεις, από την εφηβεία έως τη νεότητα. Πρόκειται για περιόδους γεμάτες δειλά –και συχνά κωμικοτραγικά– ανοίγματα προς τον κόσμο, με μια στάση που συχνά θυμίζει «νεοσύλλεκτο» της ενηλικίωσης. Η Βέρικα, ωστόσο, καταφέρνει σταδιακά να βρει τον δρόμο της μέσα στις προκλήσεις της ζωής, πάντοτε με τον χαρακτηριστικό της σκωπτικό τρόπο.
Λίγα λόγια για τους χαρακτήρες: Ως χαρακτήρας, η Βέρικα –το πιθανό alter ego της ίδιας της Ράιμο– κινείται σαν αερικό ανάμεσα στις αναμνήσεις της. Αυτή η ελευθερία κίνησης επιτρέπει τη νηφάλια παρατήρηση και ενθαρρύνει τον σαρκασμό, με τον οποίο η πρωταγωνίστρια αντιμάχεται τις αντιξοότητες της ζωής. Η Ράιμο δεν αρνείται τις θλίψεις της· αντίθετα, τις ενσωματώνει στο κείμενό της χωρίς να τις αφήνει να λειτουργήσουν ως βάρη για την επόμενη ημέρα.
Σε πολλά από τα περιστατικά που αφηγείται διαφαίνεται η γνήσια περιέργεια που τη συνοδεύει, μαζί με τους μπελάδες που συχνά αυτή συνεπάγεται. Παρά τα ψέματα και την ικανότητά της να προσαρμόζεται στις εξωτερικές απαιτήσεις, η στάση της απέναντι στη ζωή παραμένει πιστή στο σύμπαν που επινόησε ως παιδί και δεν εγκατέλειψε ποτέ. Για τη Βέρικα –και για τη Ράιμο– αλήθεια και φαντασίωση μπλέκονται αξεδιάλυτα, συνθέτοντας αναξιόπιστες -μα- και σωτήριες μνήμες.
Διαβάστε αυτό το βιβλίο εάν: αναζητάτε ένα ανάγνωσμα εφευρετικό, γεμάτο χιούμορ, που παρακολουθεί τη ροή μιας ζωής χωρίς να την αξιολογεί. Ο τρόπος με τον οποίο η Βερόνικα Ράιμο αντιμετωπίζει τα πεπραγμένα της είναι φρέσκος και ουσιαστικά διαφορετικός: ο αναγνώστης δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίζει ποια γεγονότα συνέβησαν «πραγματικά» και ποια διαμεσολαβήθηκαν από τη μυθοπλασία. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό αυτή η αυτοβιογραφία να είναι τόσο ειλικρινής και ακαταμάχητη — σαν ένα παιχνίδι με φακούς και σκιές στους τοίχους.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα: Η Veronica Raimo (1978) γεννήθηκε στη Ρώμη, όπου και ζει. Μετά τις σπουδές της στη φιλολογία, έκανε στο Βερολίνο διδακτορικό στο γερμανικό σινεμά. Με το Ας πούμε πως είμαι εγώ ( Niente di vero ), το τέταρτο μυθιστόρημά της, κέρδισε το βραβείο Strega Νέων Συγγραφέων και το Viareggio Rèpaci, ενώ ήταν υποψήφια για το Strega και το Διεθνές Βραβείο Booker 2024.
Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και ετοιμάζεται η μεταφορά του στον κινηματογράφο. (Με πληροφορίες από την ιστοσελίδα των εκδόσεων Δώμα)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΥ
Συγγραφέας: Veronica Raimo
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις: Δώμα
Έτος έκδοσης: 2024
Αριθμός σελίδων: 216

